Meaning of δίβουλος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχεις δυο βουλές (σκέψεις), δυο γνώμες, ο αμφιταλαντευόμενος
-
που λέει τ' αντίθετα απ' αυτά που σκέφτεται, δόλιος Demotic
Παραδείγματα
“※ «Μιά στιγμή! Τί ἀνακατεύομαι ἐκεῖ πού δέν μέ σπέρνουν; Καί γιά ποιό λόγο νά φροντίσω γιά τά συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ ἀντιπαθητικοῦ κηφήνα;» Στάθηκε δίβουλος, ἀμήχανος.”
“※ Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύδη της αγάπης, Πού συ γεννήθης διά τ' εμέ και τώρα πώς εχάθης. (δημοτικό)”
“Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύτη της αγάπης, πού τρελαινώσουν γιατ' εμέ, και τώρα πώς εχάθης!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.