HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίβουλος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχεις δυο βουλές (σκέψεις), δυο γνώμες, ο αμφιταλαντευόμενος
  2. που λέει τ' αντίθετα απ' αυτά που σκέφτεται, δόλιος
    Demotic

Παραδείγματα

“※ «Μιά στιγμή! Τί ἀνακατεύομαι ἐκεῖ πού δέν μέ σπέρνουν; Καί γιά ποιό λόγο νά φροντίσω γιά τά συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ ἀντιπαθητικοῦ κηφήνα;» Στάθηκε δίβουλος, ἀμήχανος.”
“※ Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύδη της αγάπης, Πού συ γεννήθης διά τ' εμέ και τώρα πώς εχάθης. (δημοτικό)”
“Ω δίβουλε, ω τρίβουλε, ω ψεύτη της αγάπης, πού τρελαινώσουν γιατ' εμέ, και τώρα πώς εχάθης!”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίβουλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course