Meaning of δέψη | Babel Free
Ορισμοί
η επεξεργασία του ακατέργαστου δέρματος, η κατεργασία του, το άργασμά του
formal
Παραδείγματα
“※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κονό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο ..., Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.