HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Δέσπω | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈðe.spo/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό της Δέσποινας
  2. γυναικείο όνομα

Παραδείγματα

“※ [δημοτικό] «Της Δέσπως», 1η στροφή - ⌘ Νικόλαος Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Εν Αθήναις: Τυπογραφείον Εστία, 1914 @archive, σελ.12@anemi Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν μήνα σε γάμο ρήχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμο ρήχνονται, ουδέ σε χαροκόπι η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' αγγόνια”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Δέσπω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course