δάσυνση
Ορισμοί
- η ανεμπόδιστη εκβολή αέρα κατά την προφορά ορισμένων φθόγγων στην αρχαιότητα
- η τοποθέτηση τού πνεύματος της δασείας σε φωνήεντα, διφθόγγους και στο σύμφωνο ρ επειδή προφέρονταν (μέχρι ίσως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες) με την αχνή εκπνοή ενός αόρατου συμφώνου, συνήθως του "χ"
- η τροπή ψιλών συμφώνων (π, κ, τ) σε δασέα (αντίστοιχα, φ, χ, θ) όταν ακολουθεί φωνήεν που δασύνεται.
Ισοδύναμα
EnglishAspiration
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free