Meaning of γώπα | Babel Free
Ορισμοί
-
είδος ψαριού dated, rare
- ※ ο Βόοπς έγινε Γώπα, ο Ξιφίας έγινε Ξιφιός, η Παλαμίς Παλαμίδα, ο Μόρμυρος Μουρμούρα, η Μαίνα Μένουλα, ο Μελάνουρος Μελανούρι, ο Ερυθρίνος Λυθρίνι, ο Λάβρας Λαβράκι, ο Χάραξ Χαρακίδας, ο Κάνθαρος Σκαθάρι, ο Πάγρος Φαγγρί (Η ΦΥΣΗ, περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 31)
- ※ Η γώπα λαμβάνει την οριστικής μορφής της εις το μήκος των 3,5 εκ. Δύναται δε να φθάση μέχρι μήκους 35,5 εκ. Η γώπα είναι κατάλληλος πρός αναπαραγωγής από μεγέθους 13,5 εκ. και άνω (Πρακτικά του Ελληνικού Υδρολογικού Ινστιτούτου, Ελληνικόν Υδρολογικόν Ινστιτούτον, 1947, σελ. 69)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.