HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γώπα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. είδος ψαριού
    dated, rare
  2. ※ ο Βόοπς έγινε Γώπα, ο Ξιφίας έγινε Ξιφιός, η Παλαμίς Παλαμίδα, ο Μόρμυρος Μουρμούρα, η Μαίνα Μένουλα, ο Μελάνουρος Μελανούρι, ο Ερυθρίνος Λυθρίνι, ο Λάβρας Λαβράκι, ο Χάραξ Χαρακίδας, ο Κάνθαρος Σκαθάρι, ο Πάγρος Φαγγρί (Η ΦΥΣΗ, περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 31)
  3. ※ Η γώπα λαμβάνει την οριστικής μορφής της εις το μήκος των 3,5 εκ. Δύναται δε να φθάση μέχρι μήκους 35,5 εκ. Η γώπα είναι κατάλληλος πρός αναπαραγωγής από μεγέθους 13,5 εκ. και άνω (Πρακτικά του Ελληνικού Υδρολογικού Ινστιτούτου, Ελληνικόν Υδρολογικόν Ινστιτούτον, 1947, σελ. 69)

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γώπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course