Meaning of γωνιαίος | Babel Free
/ɣo.niˈe.os/Ορισμοί
που βρίσκεται σε γωνία ή σχηματίζει γωνία, ο γωνιακός σε επιστημονικά κείμενα και όχι μόνον, ο σχετικός με τη γωνία
Παραδείγματα
“η γωνιαία αρτηρία της ωμοπλάτης”
“το γωνιαίο λάκτισμα (στα ελληνικά το κόρνερ)”
“ο γωνιαίος πύργος του αρχαίου τείχους”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.