Meaning of γυροβολιά | Babel Free
Ορισμοί
- τριγύρισμα
- το να φέρνει κάποιος γύρω
- χορευτική περιστροφική κίνηση ή φιγούρα
Παραδείγματα
“※ Χτες, στο πανηγύρι, χορεύανε τσάμικα, ρίχνανε κάτι γυροβολιές! (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2004). Η φυγή [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.