HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γυναικούλα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. τρυφερή προσφώνηση της συμβίας από τον σύζυγο ή τον σύντροφο
    diminutive
  2. γυναίκα χαμηλού επιπέδου που δεν φέρεται σωστά
    offensive
  3. κουτσομπόλα
    offensive
  4. άντρας δειλός και χωρίς βούληση
    offensive
  5. γυναίκα απλή, άκακη, αθώα

Παραδείγματα

“※ Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)”
“Εκεί που έριξαν τα δακρυγόνα ήταν μαζεμένοι κάτι συνταξιούχοι και κάτι γυναικούλες με τα παιδιά τους”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γυναικούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course