Meaning of γυναικολογία | Babel Free
/ʝi.ne.ko.loˈʝi.a/Ορισμοί
ιατρικός κλάδος με αντικείμενο τα ιατρικά προβλήματα της γυναίκας, ιδίως όσα αφορούν το γεννητικό και αναπαραγωγικό γυναικείο σύστημα
Ισοδύναμα
English
Gynecology
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.