Meaning of γυναικοκρατηθείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
- θα γυναικοκρατηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γυναικοκρατούμαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.