Meaning of γυναικοκρατία | Babel Free
Ορισμοί
- επικράτηση των γυναικών (κυρίως σε αριθμητική βάση) σε κάποιο χώρο ή τομέα
- έθιμο που υπάρχει ακόμα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας (π.χ. στις Σάπες του Νομού Ροδόπης και στη Μονοκκλησιά του Νομού Σερρών στις 8 Ιανουαρίου), κατά το οποίο οι γυναίκες και οι άνδρες αλλάζουν ρόλους για μια ημέρα
Ισοδύναμα
English
gynecocracy
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.