Meaning of γυναικοθήρας | Babel Free
Ορισμοί
ο γυναικάς· (κυριολεκτικά) που κυνηγά τις γυναίκες (με σεξουαλικούς στόχους)
formal
Παραδείγματα
“※ Έπιασε αβρά το χέρι της Φλώρας και της έκανε ένα γοητευτικό χαμόγελο γερομπασμένου γυναικοθήρα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.