Meaning of γρονθοκοπήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
- θα γρονθοκοπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γρονθοκοπώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.