HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Γροιλανδία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/ɣɾi.lanˈði.a/

Ορισμοί

  1. κράτος της Αρκτικής με καθεστώς αυτοδιάθεσης, που ανήκει στη Δανία, με πρωτεύουσα το Νουούκ και επίσημες γλώσσες τα γροιλανδικά και τα δανικά. Γεωγραφικά ανήκει στην Αμερική, ενώ πολιτικά, στην Ευρώπη
  2. το ομώνυμο νησί στο οποίο βρίσκεται το κράτος

Ισοδύναμα

English Greenland

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Γροιλανδία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course