Meaning of γραφοσκόπιο | Babel Free
Ορισμοί
- όργανο που φέρει αμφίκυρτο φακό για τη μεγέθυνση εγγράφων, φωτογραφιών, χαρακτικών κ.λπ., με το οποίο επιχειρείται γραφολογική εξέταση κειμένων ή η ακρίβεια αντιγράφων (φωτοτυπιών) κ.τ.ό.
- ειδική εποπτική συσκευή με την οποία επιχειρείται προβολή διαφανειών
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.