HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γραφοσκόπιο | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. όργανο που φέρει αμφίκυρτο φακό για τη μεγέθυνση εγγράφων, φωτογραφιών, χαρακτικών κ.λπ., με το οποίο επιχειρείται γραφολογική εξέταση κειμένων ή η ακρίβεια αντιγράφων (φωτοτυπιών) κ.τ.ό.
  2. ειδική εποπτική συσκευή με την οποία επιχειρείται προβολή διαφανειών

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γραφοσκόπιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course