Meaning of γραμμοάτομο | Babel Free
Ορισμοί
η ποσότητα ενός χημικού στοιχείου, εκφρασμένη σε γραμμάρια, που ισοδυναμεί με το σχετικό ατομικό του βάρος και χρησιμοποιείται ως βασική μονάδα σε υπολογισμούς χημικών ποσοτήτων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.