γραμματική
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- το σύνολο των γραμματικών κανόνων που διέπουν τον προφορικό και γραπτό λόγο μιας γλώσσας (φωνολογία, μορφολογία, συντακτικό)
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Γραμματικής)
-
μάθημα που ασχολείται με τους γραμματικούς κανόνες μιας γλώσσας figuratively
-
βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς figuratively
Ισοδύναμα
45 more languages
العربيةعِلْم قَوَاعِد
Беларускаяграматыка
Българскиграматика
Catalàgramàtica
Cymraeggramadeg
Danskgrammatik
Esperantogramatiko
Euskaragramatika
فارسیدستور زبان
Suomikielioppi
Gàidhliggràmar
Galegogramática
עבריתדקדוק
हिन्दीव्याकरण
Íslenskamálfræði
日本語文法
Lietuviųgramatika
Latviešugramatika
Македонскиграматика
Polskigramatyka
Portuguêsgramática
Românăgramatică
Русскийграмматика
Slovenčinagramatika
Slovenščinaslovnica
Shqipgramatikë
Svenskagrammatik
ไทยไวยากรณ์
Українськаграматика
Tiếng Việtngữ pháp
繁體中文語法
Παραδείγματα
“μαθαίνω την ελληνική γραμματική”
“την πρώτη ώρα έχουμε γραμματική”
“πού τη βρήκες αυτή τη γραμματική;”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free