Meaning of γραβατάκιας | Babel Free
Ορισμοί
πρόσωπο που θεωρείται πως ανήκει στο κατεστημένο —συνήθως με «καλή» κοινωνική/επαγγελματική θέση— και εκφράζει απόψεις ή έχει συμπεριφορές που κρίνονται ως «γραφειοκρατικές», «τυπολατρικές» ή «ξερόλες»
ironic, vulgar
Παραδείγματα
“※ Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτός ο καταπιεσμένος γραβατάκιας, που πήγα να του πάρω μια κοινότοπη συνέντευξη, θα είχε μέσα του τόση ομορφιά να προσφέρει απλόχερα σε μια γυναίκα (Κώστας Μουρσελάς, Το παιχνίδι των τεσσάρων: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 1998)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.