Meaning of γουργουρίζω | Babel Free
/ɣuɾ.ɣuˈɾi.zo/Ορισμοί
- παράγω συγκεκριμένο ήχο από το στομάχι ή τα έντερα, λόγω της μετακίνησης υγρών ή αερίων, ο οποίος συνήθως δηλώνει χώνεψη ή πείνα
- παράγω σιγανό ήχο που εκφράζει ευχαρίστηση ή ερωτικό κάλεσμα· ισχύει κυρίως για τα ζώα
-
ρέω ακανόνιστα και με θόρυβο figuratively
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.