HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γονοχωριστικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

χαρακτηρισμός για ζωικό είδος που έχει διακριτά αρσενικά και θηλυκά άτομα, δηλαδή άτομα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά σπερματοζωάρια και άλλα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά ωάρια

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γονοχωριστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course