Meaning of γονοχωριστικός | Babel Free
Ορισμοί
χαρακτηρισμός για ζωικό είδος που έχει διακριτά αρσενικά και θηλυκά άτομα, δηλαδή άτομα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά σπερματοζωάρια και άλλα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά ωάρια
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.