HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γονιμότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ɣo.niˈmo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ικανότητα αναπαραγωγής, η ιδιότητα του γόνιμου
  2. η δημιουργικότητα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Fertility

Παραδείγματα

“※ οι τιμές των 1,5 ή 1,6 παιδιών/γυναίκα που σύντομα πιθανόν θα καταγράψουμε, ουδαμώς θα πρέπει να εκληφθούν ως αντιπροσωπευτικές της τελικής γονιμότητας των γάμων της τρέχουσας δεκαετίας (Επιθεώρησις κοινωνικών ερευνών, τεύχος 70-71, 1988, σελ. 60)”
“η θεά της γονιμότητας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γονιμότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course