Meaning of γονιμοποιήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
- θα γονιμοποιήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γονιμοποιώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.