Meaning of γνωμοδοτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
- θα γνωμοδοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γνωμοδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.