HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γλωσσαλγία | Babel Free

Noun CEFR B2
/ɣlo.salˈʝi.a/

Ορισμοί

  1. πόνος στη γλώσσα
    literally
  2. φλυαρία, πολυλογία
    archaic, figuratively

Παραδείγματα

“Κατά την ιατρική, η γλωσσαλγία είναι παθολογικό φαινόμενο που αποτελεί ιδιάζουσα μορφή νευραλγίας του τριδύμου νεύρου ή μπορεί να οφείλεται σε τοπικά αίτια όπως πίεση, ανάπτυξη όγκου, φλεγμονή κλπ.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γλωσσαλγία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course