Meaning of γλοιώδης | Babel Free
Ορισμοί
- που είναι καλυμμένος με γλίτσα ή, γενικά, με κάποια παχύρρευστη και γλιστερή ουσία, και προκαλεί αίσθημα αηδίας
-
άνθρωπος που προκαλεί αηδία, κυρίως λόγω χυδαίας συμπεριφοράς broadly, figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
Gooey
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.