HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκραν μετρ | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

τίτλος που απονέμεται σε σκακιστή που έχει επιδείξει διεθνώς αναγνωρισμένη αριστεία και πληροί συγκεκριμένα κριτήρια τής FIDE· ο τίτλος αυτός ισχύει εφ' όρου ζωής (εκτός ακύρωσης λόγω αντιαθλητικής συμπεριφοράς).

Ισοδύναμα

English Grandmaster

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκραν μετρ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course