Meaning of γκραν μετρ | Babel Free
Ορισμοί
τίτλος που απονέμεται σε σκακιστή που έχει επιδείξει διεθνώς αναγνωρισμένη αριστεία και πληροί συγκεκριμένα κριτήρια τής FIDE· ο τίτλος αυτός ισχύει εφ' όρου ζωής (εκτός ακύρωσης λόγω αντιαθλητικής συμπεριφοράς).
Ισοδύναμα
English
Grandmaster
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.