Meaning of γιουσουρούμ | Babel Free
/ʝu.suˈɾum/Ορισμοί
- το κέντρο της Αθήνας με παλιατζίδικα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- χαρακτηρισμός για κάτι παλιό, άχρηστο, άνευ αξίας
Παραδείγματα
“Είναι για το γιουσουρούμ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.