Meaning of γιαουρτώνω | Babel Free
/ʝa.urˈto.no/Ορισμοί
εκσφενδονίζω γιαούρτι εναντίον κάποιου με σκοπό να τον μειώσω ηθικά, να τον προσβάλω
Παραδείγματα
“Το γιαούρτωμα ως αντίδραση. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρά άτομα, τα οποία κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες. Οι πρώτοι πυρήνες των νέων που γιαούρτωναν εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.