Meaning of Γιαννούλα | Babel Free
/ʝaˈnula/Ορισμοί
- υποκοριστικό, χαϊδευτικό γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γιαννούλας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ΧΧΧ
- γυναικείο επώνυμο
- χείμαρρος της Αττικής
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.