Meaning of Γιαννιτσιώτης | Babel Free
/ʝa.niˈt͡sço.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από τα Γιαννιτσά ή το Γιαννίτσι ή τη Γιαννιτσού ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.