Meaning of γηροκομείο | Babel Free
/ʝiɾokoˈmio/Ορισμοί
- το ίδρυμα που φιλοξενεί σε μόνιμη βάση άτομα της τρίτης ηλικίας
- συνοικία της Αθήνας
Ισοδύναμα
English
nursing home
Παραδείγματα
“Η γιαγιά ζει εδώ και τρία χρόνια στο γηροκομείο.”
Granny has been living in a nursing home for the last three years.
“※ Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ λεπροκομεῖα. (Εμμανουήλ Ροΐδης, Μονόλογος ευαισθήτου ανδρός)”
“παίρνω το τρόλεϊ, και κατεβαίνω στάση Γηροκομείο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.