HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γηροκομείο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ʝiɾokoˈmio

Ορισμοί

  1. το ίδρυμα που φιλοξενεί σε μόνιμη βάση άτομα της τρίτης ηλικίας
  2. συνοικία της Αθήνας

Ισοδύναμα

25 more languages

Παραδείγματα

“Η γιαγιά ζει εδώ και τρία χρόνια στο γηροκομείο.”

Granny has been living in a nursing home for the last three years.

“※ Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ λεπροκομεῖα. (Εμμανουήλ Ροΐδης, Μονόλογος ευαισθήτου ανδρός)”
“παίρνω το τρόλεϊ, και κατεβαίνω στάση Γηροκομείο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γηροκομείο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free