HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γεωπαθητικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

που χαρακτηρίζει παράγοντα ή περιοχή της Γης που θεωρείται ότι επηρεάζει δυσμενώς την υγεία ή την ευεξία λόγω φυσικών ή ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών (π.χ. υπόγεια νερά, τεκτονικές γραμμές, γεωμαγνητικές ανωμαλίες)

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γεωπαθητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course