Meaning of γεωενεργειακός | Babel Free
Ορισμοί
- που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές
- που αναφέρεται σε έργα, κόμβους ή στρατηγικές εξαιτίας των οποίων η εκμετάλλευση ή μεταφορά γεωλογικά / περιφερειακά καθοριζόμενης ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο, διέλευση ρεύματος) αποκτά σημασία για τη διεθνή ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τον έλεγχο των οδών ενέργειας
Παραδείγματα
“※ Σε αυτή την αρίθμηση, η ενέργεια —από τη μεταφορά του αμερικανικού φυσικού αερίου έως τις έρευνες της Chevron στα οικόπεδα της Κρήτης— συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που, ανεξάρτητα από τις φιλοδοξίες του ή τους μεγαλοϊδεατισμούς του, δεν διαθέτει κανένας άλλος παίκτης στην περιοχή. Η διπλωματία επιστρέφει έτσι στη θάλασσα. Όχι ανάμεσα σε βραχονησίδες και λοιπές διενέξεις. Επιστρέφει στις ποντοπόρες εκτάσεις της ως γεωοικονομικός και γεωενεργειακός κόμβος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.