HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γεωενεργειακός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές
  2. που αναφέρεται σε έργα, κόμβους ή στρατηγικές εξαιτίας των οποίων η εκμετάλλευση ή μεταφορά γεωλογικά / περιφερειακά καθοριζόμενης ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο, διέλευση ρεύματος) αποκτά σημασία για τη διεθνή ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τον έλεγχο των οδών ενέργειας

Παραδείγματα

“※ Σε αυτή την αρίθμηση, η ενέργεια —από τη μεταφορά του αμερικανικού φυσικού αερίου έως τις έρευνες της Chevron στα οικόπεδα της Κρήτης— συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που, ανεξάρτητα από τις φιλοδοξίες του ή τους μεγαλοϊδεατισμούς του, δεν διαθέτει κανένας άλλος παίκτης στην περιοχή. Η διπλωματία επιστρέφει έτσι στη θάλασσα. Όχι ανάμεσα σε βραχονησίδες και λοιπές διενέξεις. Επιστρέφει στις ποντοπόρες εκτάσεις της ως γεωοικονομικός και γεωενεργειακός κόμβος.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γεωενεργειακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course