γερόλυκος
Ορισμοί
- ένας γερασμένος λύκος
-
άνθρωπος μεγάλης ηλικίας με αξιόλογη δράση σε έναν τομέα, βετεράνος figuratively
Ισοδύναμα
11 more languages
Češtinasvěták
Suomimaailmanmies
हिन्दीदुनियादार
Italianouomo di mondo
Nederlandsman van de wereld
PolskiŚwiatowiec
Portuguêshomem do mundo
Românăom de lume
Русскийсве́тский челове́к
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free