Meaning of γεροντοκόρη | Babel Free
Ορισμοί
-
η ώριμη γυναίκα που δεν έχει παντρευτεί offensive
-
ο άνθρωπος γκρινιάρης και παράξενος figuratively
Παραδείγματα
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.