Meaning of γεροντοκρατία | Babel Free
/ʝeɾondokɾaˈtia/Ορισμοί
- η κυριαρχία στην εξουσία (την πολιτική ή κοινωνική) της τρίτης ηλικίας, η έλλειψη νεωτερισμού, η παγίωση παλιών αντιλήψεων και η απροθυμία για καινοτομίες σε οργανισμό, φορέα κ.λπ.
- η πλειοψηφία ατόμων άνω των 60 ετών σε στέκι, πλατεία, δημόσιο χώρο
Ισοδύναμα
English
gerontocracy
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.