Meaning of γερμανοτσολιάς | Babel Free
/ʝeɾ.ma.no.t͡soˈʎas/Ορισμοί
-
μέλος στα τάγματα ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς ναζί στην περίδο της Κατοχής στην Ελλάδα offensive
-
χαρακτηρισμός για συνεργάτη των Γερμανών ή ξένου κατακτητή με δράση προδοτική ή βλαπτική για την Ελλάδα figuratively, offensive
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.