Meaning of Γενιτσάρης | Babel Free
/ʝe.niˈt͡sa.ɾis/Ορισμοί
-
ο Τούρκος dated
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Κι’ ο Γενιτσάρης τ’ άκουσε στον Άϊ Γιώργη τρέχει. / — Σώσε άϊ Γιώργη Στεργιανέ, φανέρωσε την κόρη, / να φέρνω οκάδες το κηρί κι’ οκάδες τό θυμιάμα, / με το βουβαλοτούλουμο να κουβαλώ το λάδι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.