Meaning of γενικεύομαι | Babel Free
/ʝe.niˈce.vo.me/Ορισμοί
ξεκινώντας από κάτι μερικό επεκτείνομαι σε ένα ευρύτερο σύνολο
Παραδείγματα
“τα τελευταία χρόνια γενικεύτηκε η χρήση του κινητού τηλεφώνου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.