Meaning of γενετήσιος | Babel Free
/ʝe.neˈti.si.os/Ορισμοί
- που αναφέρεται στην συνουσία αρσενικού και θηλυκού και την αναπαραγωγή
- που αναφέρεται σε αναπαραγωγικά όργανα, συμπεριφορές ή ενδοκρινολογία
Παραδείγματα
“γενετήσιο ένστικτο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.