HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γενίτσαρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ʝeˈni.t͡sa.ɾos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. στρατιώτης του οθωμανικού πεζικού, που ανήκε σε επίλεκτο σώμα που το συγκροτούσαν απαχθέντες εξισλαμισμένοι Χριστιανοί σε μικρή ηλικία (δείτε και παιδομάζωμα)
  3. κάποιος που συμπεριφέρεται και ενεργεί με φανατισμό, βία, μισαλλοδοξία και αντεκδίκηση
    broadly, figuratively

Ισοδύναμα

EnglishJanissary
Españoljenízaro
Françaisjanissaire
30 more languages
العربيةإنكشاري
Azərbaycan diliyeniçəri
Беларускаяянычар
Catalàgenísser
Češtinajaničár
DeutschJanitschar
Esperantojaniĉaro
GaeilgeIanasóir
Magyarjanicsár
Հայերենենիչերի
Italianogiannizzero
ქართულიიანიჩარი
한국어예니체리
Latinaianizarus
Македонскијаничар
Polskijanczar
Românăienicer
Русскийянычар
Slovenčinajaničiar
Türkçeyeniçeri
Українськаяничар

Παραδείγματα

“επίθεση γενιτσάρων”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γενίτσαρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free