Meaning of γενίτσαρος | Babel Free
/ʝeˈni.t͡sa.ɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- στρατιώτης του οθωμανικού πεζικού, που ανήκε σε επίλεκτο σώμα που το συγκροτούσαν απαχθέντες εξισλαμισμένοι Χριστιανοί σε μικρή ηλικία (δείτε και παιδομάζωμα)
-
κάποιος που συμπεριφέρεται και ενεργεί με φανατισμό, βία, μισαλλοδοξία και αντεκδίκηση broadly, figuratively
Ισοδύναμα
English
Janissary
Παραδείγματα
“επίθεση γενιτσάρων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.