Meaning of γενέτειρα | Babel Free
/ʝeˈne.ti.ɾa/Ορισμοί
-
η πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η ιδιαίτερη πατρίδα του formal
-
ο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι για πρώτη φορά figuratively
- γεωμετρική γραμμή που κινούμενη κατ' ορισμένο τρόπο σχηματίζει μια επιφάνεια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“≠ αντώνυμα: αλλοδαπή, ξένα”
“≈ συνώνυμα: εστία, κοιτίδα, λίκνο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.