HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γενέτειρα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ʝeˈne.ti.ɾa/

Ορισμοί

  1. η πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η ιδιαίτερη πατρίδα του
    formal
  2. ο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι για πρώτη φορά
    figuratively
  3. γεωμετρική γραμμή που κινούμενη κατ' ορισμένο τρόπο σχηματίζει μια επιφάνεια

Ισοδύναμα

English Birthplace home

Παραδείγματα

“≠ αντώνυμα: αλλοδαπή, ξένα”
“≈ συνώνυμα: εστία, κοιτίδα, λίκνο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γενέτειρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course