Meaning of γελωτοποιός | Babel Free
/ʝelotopiˈos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κωμικός που διασκέδαζε τη βασιλική αυλή
- αυτός που κάνει τους άλλους να γελούν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο γελωτοποιός του βασιλιά”
the king's jester
“είναι ο γελωτοποιός της παρέας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.