Meaning of γελαστής | Babel Free
/ʝe.laˈstis/Ορισμοί
-
αυτός που αστειεύεται, που χαριεντίζεται ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) rare
-
αυτός που περιγελάει κάποιον, που έχει σαρκαστική διάθεση και συμπεριφορά rare
-
που εξαπατά κάποιον, ο απατεώνας rare
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.