Meaning of γειωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γειώνω
- που πλέον βρίσκεται στη γη
- κύκλωμα ή συσκευή που έχει γειωθεί ηλεκτρικά
-
μετρημένος και λογικός figuratively
-
αυτός που κάτι "του έκοψε την φόρα"/"του έκοψε τα φτερά"/τον ξενέρωσε figuratively
Παραδείγματα
“ξενερωμένος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.