Meaning of γειτονικός | Babel Free
/ʝi.to.niˈkos/Ορισμοί
- που βρίσκεται κοντά σε κάποιον ή κάτι άλλο
- που έχει κοινά χερσαία ή θαλάσσια σύνορα
Παραδείγματα
“το γειτονικό σπίτι, το γειτονικό χωριό”
“ο γειτονικός δήμος, η γειτονική χώρα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.