γαϊτανάκι
Ορισμοί
- αποκριάτικο έθιμο αλλά και παιχνίδι, όπου οι άνθρωποι παίρνουν την άκρη από ένα μακρύ κορδόνι που το άλλο άκρο του είναι στερεωμένο σε ένα κεντρικό κοντάρι και γυρνούν γύρω-γύρω ή κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να πλεχθεί κανονικό γαϊτάνι σαν πλεξούδα
- είδος χορού που χορεύεται κατά την τέλεση του εθίμου
-
διαπλοκή συμφερόντων (ίσως από το ομαδικό πλέξιμο της κορδέλας) neologism
-
το μπλέξιμο, η αλληλουχία γεγονότων που το ένα φέρνει αναπότρεπτα το άλλο, για αλυσιδωτές αντιδράσεις που απολήγουν σε κάτι ή έχουν ίσως εξαρχής ένα συγκεκριμένο κοινό στόχο neologism
-
αμεριμνησία neologism
- τεχνική πλεξίματος, που αρχίζει με ένα ζετέ, τελειώνει με το νήμα μέσα από την αρχική θηλιά που δημιουργήθηκε και γίνεται να επαναληφθεί
Ισοδύναμα
10 more languages
Παραδείγματα
“γαϊτανάκι για να πτωχεύσει η Ελλάδα”
“οδηγήθηκα σε αυτή την απόφαση από ένα γαϊτανάκι γεγονότων και συμπεριφορών”
“ο κόσμος χάνεται κι εσύ το γαϊτανάκι σου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free