Meaning of γαλακτοπαραγωγών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγή genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.