HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βύσμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈvi.zma/

Ορισμοί

  1. αρσενική υποδοχή λήψης ρεύματος
  2. κομμάτι από κάποιο υλικό (π.χ. ξύλο ή πλαστικό) που χρησιμοποιείται για να βουλλώνει τρύπες ή άλλα ανοίγματα
  3. κυψελίδα που έχει συσσωρευτεί στον έξω ακουστικό πόρο του αφτιού κι εμποδίζει να φτάσει ο ήχος στον υμένα του τύμπανου
  4. πώμα από γάζα και βαμβάκι, με το οποίο καλύπτονται σημεία ή κοιλότητες του σώματος που αιμορραγούν
  5. πρόσωπο που μπορεί να ασκεί επίδραση σε αποφάσεις ή εξελίξεις υπέρ ενός άλλου ατόμου ή ομάδας ατόμων
    slang

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βύσμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course