Meaning of βυθοπλάνο | Babel Free
/vi.θoˈpla.no/Ορισμοί
υποβρύχιο σκάφος που χρησιμοποιεί δυνάμεις άνωσης, όπως τα αεροπλάνα, για την κίνησή του
neologism
Παραδείγματα
“※ Όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να παραθερίζουν στο ιδιόκτητο νησί του Ρ. Μ. στην Καραϊβική θα μπορούν στο εξής να απολαμβάνουν ακόμα μια πολυτέλεια: υποβρύχιες βόλτες με ένα φουτουριστικό «βυθοπλάνο» που συμπεριφέρεται περισσότερο σαν αεριωθούμενο παρά σαν υποβρύχιο. (Το νέο απόκτημα του Ρ. Μ. είναι ένα «βυθοπλάνο», εφημερίδα Το Βήμα, 1 Φεβρουαρίου 2010)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.